γναθμός

γναθ-μός, ,
A jaw, poet. form of sq., Il.17.617, al.: also in pl., Od. 18.29;

γναθμοῖς ἀδήλοις φαρμάκων E.Med.1201

; for ἀλλοτρίοις γναθμοῖσι γελᾶν, v. ἀλλότριος; also γναθμόν· τομώτατον καὶ αἱρετικώτατον, Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γναθμός — γναθμός, ο (Α) σαγόνι. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για παράλληλο τ. του γνάθος* και απαντά στην ποίηση. Ανάγεται σε IE *gon∂dh < *ĝenu «πιγούνι» + επίθημα μος, πιθ. αναλογικά προς τα λαιμός, βρεχμός, οφθαλμός] …   Dictionary of Greek

  • γναθμός — jaw masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γναθμοῖο — γναθμός jaw masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γναθμοῖς — γναθμός jaw masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γναθμοῖσι — γναθμός jaw masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γναθμοῖσιν — γναθμός jaw masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γναθμοί — γναθμός jaw masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γναθμοῦ — γναθμός jaw masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γναθμούς — γναθμός jaw masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γναθμῶ — γναθμός jaw masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γναθμῶν — γναθμός jaw masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.